δαρδάπτω

δαρδάπτω, [tense] aor. subj.
A

δαρδάψῃ Opp.H.4.628

; inf. δαρδάψαι, Hsch.: [tense] pf. δεδάρδαφα, Id.:—devour, of wild beasts, Il.11.479, Hp.Ep.17, etc.; κτήματα, χρήματα δαρδάπτουσιν, they devour one's patrimony, Od.14.92, 16.315, cf. Ar.Nu.711;

δ. με πόθος Εὐριπίδου Id.Ra.66

: in late Prose, Luc.Nec.14. (Perh. dissim. from Δαρ-δπτω, cf. δρέπω.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαρδάπτω — (Α) 1. (για θηρία) καταβροχθίζω 2. φρ. «δαρδάπτω χρήματα, κτήματα κ.λπ.» κατατρώω, κατασπαταλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < *δαρ δαρπ τω (πρβλ. δρέπω) με ανομοιωτική αποβολή τού δεύτερου ρ . Κατ άλλους ο τ. δαρδάπτω συνδέεται παρετυμολογικά με το δάπτω*] …   Dictionary of Greek

  • δαρδάπτω — devour pres subj act 1st sg δαρδάπτω devour pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάψουσιν — δαρδάπτω devour aor subj act 3rd pl (epic) δαρδάπτω devour fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δαρδάπτω devour fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάψῃ — δαρδάπτω devour aor subj mid 2nd sg δαρδάπτω devour aor subj act 3rd sg δαρδάπτω devour fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάπτει — δαρδάπτω devour pres ind mp 2nd sg δαρδάπτω devour pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάπτον — δαρδάπτω devour pres part act masc voc sg δαρδάπτω devour pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάπτοντα — δαρδάπτω devour pres part act neut nom/voc/acc pl δαρδάπτω devour pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάπτουσι — δαρδάπτω devour pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δαρδάπτω devour pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάπτουσιν — δαρδάπτω devour pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δαρδάπτω devour pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάψαι — δαρδάπτω devour aor inf act δαρδάψαῑ , δαρδάπτω devour aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαρδάψεις — δαρδάπτω devour aor subj act 2nd sg (epic) δαρδάπτω devour fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.